Κανένα σχόλιο

Παγωμένα Κοκτέιλ

 

unnamed-6

photo Makos

Μερικοί τα κοκτέιλ τα προτιμούν χρωματιστά, μέσα σε πισίνες ή πάνω σε ξαπλώστρες, χολυγουντιανά και γκλαμουράτα, πάγος που θρυματίζεται διασπώντας τη ζέστη, ποτάμι δροσιάς που ανασταίνει την ψυχή όταν το σώμα τσιτσιρίζει καθώς σιγοτηγανίζεται κάτω από τον καυτό ήλιο. Άλλοι τα προτιμούν με νύχτα και μουσικές, ημίφως και μια διάχυτη υπόνοια φλερτ. Εγώ τα προτιμώ αργά απογευματινά, την ώρα που ο ήλιος βάφει ροζ τον ορίζοντα, στον τελευταίο ασπασμό μιας αχτίδας πάνω στο απέναντι βουνό.

Το καλοκαιρινό κοκτέιλ του δειλινού είναι για μένα η σύνοψη, η επιβεβαίωση, το «ωσαννά» μιας μέρας κάτω από τον ήλιο, που δεν πήγε χαμένη: μαγείρεψα, σφουγγάρισα, έπλυνα τις αυλές, πότισα, περπάτησα, σκαρφάλωσα τα βουνά και κολύμπησα τις θάλασσες, ένοιωσα σαύρα και δελφίνι, ξέπλυνα με γλυκό νερό τη μέρα από πάνω μου και αποζητώ την επιβράβευση μέσα από ένα ποτήρι με λίγο χρώμα, πολύ τριμμένο πάγο και θέα κατευθείαν στα μάτια μιας σελήνης που ανατέλλει. Το κοκτέιλ είναι η παύση, η άνω τελεία, ανάμεσα στη ζωή της μέρας και κείνη της νύχτας που έρχεται. Η σιωπή της φρεσκοπλυμένης αυλής, με τα μαγιό να στάζουν στην απλώστρα, τα πόδια ξαπλωμένα στα κάγκελα.

chalkidiki

Με τη φασαρία που πια γίνεται γύρω μας γύρω από ένα κοκτέιλ, ταπεινή νοικοκυρά εγώ, πάντα πίστευα ότι το καλό ποτό θέλει μπαρ, θέλει master, θέλει mixologist, θέλει γνώσεις και πτυχεία, μια βαλίτσα γεμάτη μυστήρια εξαρτήματα κι ένα υαλοπωλείο “ειδικά” ποτήρια. Και μια κάβα ποτά. Και μείγματα και σιρόπια και μπίτερς και πούλπες φρούτων και το εργαστήριο του Αλχημιστή του Κοέλιο αυτοπροσώπως. Το έβλεπα φοβιστικό, καθόλου για ανειδίκευτους της διπλανής πόρτας και αυτή την εντύπωση μου είχαν δημιουργήσει όσοι “ειδικοί” είχα συναντήσει μέσα από τη δουλιά μου: οι περισσότεροι με μια μύτη ψηλά ως το Θεό κι ένα βλέμμα λες και ανακάλυψαν το φάρμακο του καρκίνου.

koktail

Τί κάνεις, όμως, εδώ στο χωριό, που ούτε μια καφετέρια της προκοπής δεν έχουμε, πόσο μάλλον μπαρ, μπαράκια και μπιτσόμπαρα για τις αλκοολικές μας δίψες; Απευθύνεις ένα ωραιότατο “άει στην ευχή κι εσύ” στον κάθε ειδήμονα, κατεβάζεις από το ράφι το πιο φαντεζί ουισκοπότηρο και αρχίζεις τα πειράματα. Στην πρώτη ανταύγεια του καλοκαιριού, ανοίξαμε το σπίτι με ένα μπουκάλι βότκα, που την ήπιαμε σε ανορθόδοξα τζιν τόνικ, με πράσινα λεμονάκια από τη λεμονιά μας κομμένα σε κυβάκια. Τύφλα να’χουν τα ταριχευμένα λάιμ που μέχρι να’ρθουν από την άλλη άκρη της Λατινικής Αμερικής φτάνουν στην Αθήνα με βαρύτατο εγκεφαλικό, κερωμένα και κυρίως, χωρίς άρωμα. Όπου δείτε λεμονιά με άγουρα λεμόνια, κόψτε και θα με θυμηθείτε! Λεμονάτο άρωμα σαν ηδονή, δυναμικό, σαν λιβάνι, να το κόβεις και να νομίζεις πως όλη η κουζίνα βαφτεί λεμονάτη.

Μετά ήρθε το κάπιταλ κοντρόλ και κάτι μεγάλες φτώχιες. Αφού τελειώσαμε κάτι υπολοίματα από μπακάρτι και ρούμι που βρήκαμε στο ντουλάπι, η κάβα στέγνωσε, όχι όμως, και η έμπνευσή μας. Και πάνω εκεί, ερωτευτήκαμε το δικό μας, πηλιορίτικο, τσίπουρο χωρίς γλυκάνισο.

Μπορεί στην παράδοσή μας να το έχουμε συνδυάσει με σαρδέλες και καλαμαράκια αλλά αν το αναλύσεις, το τσίπουρο είναι ένα λευκό αλκοόλ, προϊόν απόσταξης, αδελφάκι δηλαδή, της βότκας, του τζιν, του ρούμι, της τεκίλας και όλων των λευκών αλκοόλ που έχουμε διαδαχτεί ότι φτιάχνουν ένα κοκτέιλ. Απλά οι ξένοι λαοί είχαν πρώτοι την έμπνευση να φτιάξουν μοχίτο και καϊπιρίνια. Το μάρκετινγκ, όμως, μπορεί να αλλάξει πρόσωπο και να φτιάξεις όλα τα διάσημα ποτά με τσίπουρο. Τίποτα δεν αλλάζει στη γεύση ή στις δόσεις. Μόνο στην τσέπη σου, καθώς κοστίζει πολύ λιγότερο. Τσίπουρο, ρακή, σούμα, όπως θες πες το, ανάλογα από ποιά μεριά της Ελλάδας με διαβάζεις.

Ο δυόσμος ή ο βασιλικός που κόβεις κατευθείαν από τη γλάστρα, κάνει το υπόλοιπο εφέ. Από τον κήπο ως το ποτήρι, μια ευωδιαστή διαδρομή που προϊδεάζει γι’αυτό που θα πιεις σε λίγο, το πιο ορεκτικό τίζερ μιας κοκτεϊλοκατάστασης.

Το άλλο είναι πώς θα αντικαταστήσεις τα σύνεργα, με ό,τι κυκλοφορεί στο συρτάρι μιας ταπεινής, σπιτικής κουζίνας. Έχω θρυματίσει πάγο με τον ειδικό μπαρμανο-τρίφτη αλλά τελικά, σπάει πολύ καλύτερα αν τυλίξεις τα παγάκια σε μια κουζινοπετσέτα και τα χτυπήσεις δυναμικά με ένα σφυρί.

Όσο για το ξύλινο γουδάκι που λιώνει τον δυόσμο με τη ζάχαρη, όλο και κάποιο γουδί θα τριγυρίζει εκεί γύρω. Και οι πούλπες φρούτων γίνονται περίκαλες στο μούλτι ή απλούστερα ακόμη, αν χτυπήσεις μερικά κομματάκια φρούτων με το γουδί, κατευθείαν στο ποτήρι. Όσο για τη μαύρη ζάχαρη, είναι κι αυτή ένας μύθος: στο Μεξικό που πήγα, όλα τα έκαναν με λευκή απλή ζαχαρίτσα, η οποία λιώνει και πιο γρήγορα.

Και κάπως έτσι, φτιάξαμε τα ωραιότερα φρουτοκοκτέιλ της σεζόν, τη συνταγή των οποίων θα σου παραθέσω ευθύς αμέσως:

mediosmo

Το μοχίτο-τσιπουρίτο

Σε ένα ποτήρι του ουίσκυ, βάζεις μπόλικα μαδημένα φυλλαράκια δυόσμου, μην τα τσιγκουνευτείς! 1 κ.σ. κοφτή ζάχαρη και καλό χτύπημα μέχρι να χάσουν εντελώς το σχήμα τους. Προσθέτεις μισό πράσινο λεμόνι-αν δεν έχεις, βάζεις και κανονικό λεμόνι-σε κυβάκια και χτυπάς ακόμη λίγο, να ομογενοποιηθεί με το δυόσμο και τη ζάχαρη. Γεμίζεις το ποτήρι με τριμμένο πάγο, ρίχνεις μια δόση τσίπουρο και το λίγο κενό που περισεύει, το γεμίζεις ως πάνω με σόδα. Προσθέτεις λίγα τροφαντά φυλλαράκια δυόσμου, για το ντεκόρ.

mevasiliko

Με βασιλικό

Κάνεις το ίδιο αλλά αντικαθιστάς το δυόσμο με βασιλικό, τον οποιοδήποτε φυτρώνει στη γλάστρα σου.

tsipouritokarpouzi

Το μοχίτο-καρπούζι (που μπορεί να είναι πεπόνι, ώριμο ροδάκινο ή και σταφύλι)

Κι εδώ θα ακολουθήσεις την ίδια διαδικασία αλλά θα βάλεις το μισό λεμόνι. Χτυπάς λίγο φρούτο (1 κομμάτι, ας πούμε, από τη φέτα καρπούζι) στο μούλτι και προσθέτεις το χυμό στο ποτήρι. Μπορείς, όμως, να χτυπήσεις το φρούτο με το γουδί στο ποτήρι, οπότε δεν γίνεται ακριβώς χυμός αλλά μένουν κάποια μικρά κομματάκια που είναι πολύ ευχάριστο να τα μασουλάς μαζί με το ποτό.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ:
σχολιάστε